The ultimate place to be, publish, comment...

27 Δεκεμβρίου 2006

T E R I N A


Την βάφτισαν Κατερίνα, αλλά από μικρή όλοι τη φώναζαν Τερίνα. Όταν η μαμά της ήταν έγκυος διάβαζε ένα μυθιστόρημα με βασική ηρωίδα μια Τερίνα και είχε ενθουσιαστεί. Ήθελε το κοριτσάκι που θα γεννήσει να γίνει σαν την ηρωίδα της. Κι έγινε μάλλον γιατί όλοι την λάτρευαν την Τερίνα από την πρώτη στριγμή που την αντίκρυζαν. Ήταν μελαχροινή, με ένα τεράστιο χαμόγελο και μαλλάκια όλο μπούκλες. Μεγαλώνοντας γινόταν όλο και πιο όμορφη, όλο και καλύτερο παιδί. Ήταν υπεύθυνη, προσεκτική, πρόθυμη και υπάκουη. Οι γονείς της καμάρωναν καθημερινά. Ήταν το καμάρι τους, το καμάρι της οικογένειας όλης. Ακόμη και ο παππούς που ήθελε αγόρι να ήταν η Τερίνα, δεν μπορούσε να συγκρατήσει τη συγκίνησή του όταν στεκόταν μπροστά του και πιάνοντας τη φούστα της του τραγουδούσε με άπταιστη λημνιακή προφορά τον Κεχαγιά, το παραδισιακό τραγούδι της πατρίδας του. «Ετούτη εδώ είναι γνήσια δικιά μου απόγονος», έλεγε και καμάρωνε. Τα χρόνια περνούσαν και η Τερίνα μεγάλωνε, γινόταν όλο και καλύτερη. Στο σχολείο ήταν πρώτη, στους παραδοσιακούς χορούς πρώτη, ενώ τις ξένες γλώσσες τις ρουφούσε σα σφοθγγάρι. «Μωρέ, ετούτη έχει έφεση στα πάντα;», αναρωτιόταν η γιαγιά και καμάρωνε επίσης σα γύφτικο σκερπάνι. Κάποια μέρα, γυρνώντας από το σχολείο, η Τερίνα σιγοτραγουδούσε ένα σκοπό αλλιώτικο από τους άλλους, ένα σκοπό που δεν είχε ξανακούσει, ένα σκοπό που έμοιαζε με εμβατήριο. Έσκυψε να σηκώσει τις κάλτσες της και σώπασε. Ο σκοπός εξακολουθούσε. Κοίταξε γύρω της, δεν είδε τίποτα. Παραξενεύτηκε. Σηκώθηκε, ίσιωσε τη φούστα της και συνέχισε την επιστροφή στο σπίτι. Στο πατρικό της το τραπέζι ήταν έτοιμο στρωμένο για το μεσημεριανό. Η μαμά, η γιαγιά, ο παππούς κι εκείνη. Είχε μαγειρέψει η γιαγιά. πατάτες γιαχνί με αυγά μάτια. Έπλυνε τα χέρια της και πήρε θέση. «Πώς πήγε το σχολείο; Σε σήκωσε ο δάσκαλος σε κανένα μάθημα;», ρώτησε η γιαγιά. «Είπα ιστορία σήμερα», απάντησε αδιάφορα. Το μυαλό της ήταν αλλού. Το ίδιο βράδυ είδε στον ύπνο της πρίγκηπες και άσπρα άλογα, κάστρα και ποτάμια, πολέμους και εισβολές. Το επόμενο πρωί ξύπνησε μόνη της, πριν να μπει η γιαγιά στο δωμάτιο, να της χαϊδέψει τα μαλλιά και να ανοίξει τα παραθυρόφυλλα. Διάλεξε να φορέσει το μπορντώ φόρεμα. Μπήκε στην κουζίνα και η μητέρα της έμεινε άφωνη. «Τερινάκι μου, είσαι καλά; Γιατί ντύθηκες έτσι; Έτσι θα πας σχολείο, χαρά μου;». Η Τερίνα παραξενεύτηκε. Πήγε στον καθρέφτη του χωλ. Το μπορντώ φόρεμα της νονάς της για τα χριστούγεννα, τα λευκά μποτίνια που της έφερε ο μπαμπάς από το ταξίδι στην Ιταλία, το κόκκινο φτερό από τη στολή σπανιόλας από τις απόκριες, και το καπέλο που φορούσε ως μαρκησία στο θεταρικό που έκαναν στο σχολείο πέρυσι τις γιορτές. Δε θυμόταν να τα διάλεξε εκείνη. Δε θυμόταν πού βρήκε το καπέλο. Το είχε χάσει εδώ και καιρό, μάλλον όταν άλλαξε δωμάτιο και μεταφέρθηκε στο παλιό δωμάτιο του αδελφού της που τώρα σπούδαζε γιατρός στη Ρουμανία. «Έτσι, το έκανα, καλέ μαμά, για να γελάσουμε!» «Πάω να αλλάξω.» Κανένας δε γέλασε, όμως. Η Τερίνα λιγότερο απ’ όλους. Στο δρόμο για το σχολείο, έβλεπε μπροστά της άμαξες και άλογα, ενώ όταν θέλησε να περάσει απέναντι, ένας καλοσυνάτος νάνος με στολή γελωτοποιού της έκλεισε το μάτι, της έπιασε το χέρι και τη συνόδευσε μέχρι την άλλη άκρη του πεζοδρομίου. Την αποχαιρέτισε κάνοντας μια υπόκλιση, και η Τερίνα κοιτούσε γύρω της αποσβολωμένη για να δει αν και κάποιος άλλος είχε δει αυτό που ίδια ζούσε τα τελευταία 3 λεπτά. Κανείς. Μόνη της. Της ήρθε να βάλει τα κλάμματα, αλλά συγκρατήθηκε. Ένιωθε όμορφα, άνετα. Δύο κυρίες πέρασαν και τη χαιρέτισαν κάνοντας υπόκλιση. Η ομπρέλα της ήταν ίδιο χρώμα με το φόρεμά της. Το εμβατήριο που άκουγε την προηγούμενη, το άκουγε τώρα από τα μεγάφωνα της πόλης. Κι εκείνη ήταν ανεβασμένη σε ένα άρμα. Κόσμος πολύς δεξιά αριστερά με σημαιάκια. Και φώναζαν και τη θαύμαζαν. Ήθελε τη μαμά της. Την άκουσε που φώναζε. Από πόνο; Ήταν και ιδρωμένη. Ξαπλωμένη με τα πόδια ανοιχτά. Κι ένα σεντόνι ακουμπησμένο στα πόδια της. «Ήρθε η ώρα», είπε ο κύριος με την άσπρη ρόμπα στη μαμά της. «Έρχεται το κοριτσάκι σας», συμπλήρωσε. «Ήρθε η ώρα», σκέφτηκε κι κείνη. Δύο εργάτες μετέφεραν έναν καθρέφτη και χωρίς να το θέλει είδε το είδωλό της. Εκείνη, η Τερίνα, όχι από το Κατερίνα όμως. Από το Ελευθερία Ειρήνη Ρινάλντι, δούκισσα της Μαντσίτα, κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος «Τερίνα, η δούκισσα της Μαντσίτα».

7 Comments:

Anonymous jessica said...

Αυτό το σχόλιο αφαιρέθηκε από έναν διαχειριστή ιστολογίου.

4:45 π.μ.

 
Blogger kosmogyrismenos said...

mari, ta brazilianika sapounia taxete me ti sesoula sto spitiko sas?

2:22 μ.μ.

 
Blogger bigggerbro said...

ααααα, ωωωωω, ιιιι....
Δε θέλω απ' αυτά που παίρνεις!

3:58 μ.μ.

 
Blogger unapatatras said...

ενώ αν ήταν κόρη της βλάχας κοτοπούλου σπανιόλας θα την έλεγαν τερίνα, όχι από το κατερίνα ούτε από την αικατερίνη των μεδίκων ούτε από την ελευθερία ειρήνη ρινάλντι αλλά από μία από τις κάτωθι:
-τερίνα καπνιστού σολωμού με τυρί ρικότα σε blinis από κολοκύθι
-τερίνα από φουα γκρά au torchon
-τερίνα λαχανικών
-τερίνα καπνιστού σολωμού με κρέμα τυριού και καβουρόψιχα
-τερίνα με 3 σοκολάτες
ή από όλες αυτές μαζί :-)

8:50 μ.μ.

 
Blogger KotopouloSpaniola said...

Σας τ'ορκίζομαι, δεν έχει πάρει τίποτα. Είναι έτσι από φυσικού της...

1:47 π.μ.

 
Blogger Frosoula said...

se kanenan diladi den arese i istoria mou?

12:45 π.μ.

 
Blogger divine mitsakos said...

ayto katalabes esy?

11:08 π.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home