The ultimate place to be, publish, comment...

15 Δεκεμβρίου 2006

Η Τζέι, Η Τζόι και η Τζάι

Ήταν η Τζέι, η Τζόι και η Τζάι. Όλοι τις ταύτιζαν με τους σούπερ ήρωες της μικρής πόλης, αυτούς που πάντα έσωζαν τους κατοίκους από καταστροφές. Είχαν και οι τρεις, ένα τσουλούφι να πετάει, να πέφτει μπροστά στα μάτια τους αλλά δεν τις ενοχλούσε, τους άρεσε. Η μια μελαχρινή, ή άλλη ξανθιά, ή τρίτη κοκκινομάλλα. Ο κόσμος τις φώναζε «τα τσουλοφοκόριτσα». Οι μεγαλύτεροι μπερδεύονταν και τις φώναζαν «τα τσουλοκόριτσα». Το άκουσαν λάθος στην αρχή, το συνέχισαν. Δυνατές δεν τις έκανε ούτε το σπανάκι, ούτε τα φιστίκια. Δυνατές ήταν από μόνες τους. Σε καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης εμφανιζόταν μια δεσμίδα πορτοκαλί φωτός που κάλυπτε όλη την πόλη και τις μετέτρεπε σε σούπερ, γενικά. Έτσι είχαν αποτρέψει εκείνη τη μεγάλη καταιγίδα το ‘68, τη μεγάλη ληστεία στην κεντρική τράπεζα της πόλης το ‘83, το σεισμό του ’87? Ναι, αλήθεια, δεν ήταν ότι κι ότι. Μεγάλες δουλειές αναλάμβαναν. Θεομηνίες και καταποντισμούς. Παρά τη σούπερ δύναμή τους, ήταν πολύ αδύναμες όταν πλέον έφταναν στο σπίτι τους. Κανένας δεν τις είχε ποτέ επισκεφτεί. Κανένας δεν ήξερε ότι με το που έμπαιναν στο σπίτι μετατρέπονταν σε γριές. Το ένιωθαν, δεν το έβλεπαν. Καθρέφτες δεν είχαν σπίτι τους γιατί την τελευταία φορά που αντίκρισαν το είδωλό τους, έπεσε το τσουλούφι τους. Το μάζεψαν και το άφησαν εκεί. Δίπλα στη μαγική σοκολάτα που είχαν κληρονομήσει από τους γονείς τους. Μια πλάκα σοκολάτα που ποτέ δεν τελείωνε. «Ένα κομμάτι καθημερινά», είχε συμβουλεύσει η μητέρα όταν άρχισαν να καταλαβαίνουν. «Δεν είναι για χόρταση, είναι για σας», συμπλήρωσε. Οι γονείς τους είχαν φύγει εδώ και 20 χρόνια. Σε κανέναν δεν έκανε εντύπωση. Δεν τις επισκέφτηκε η κοινωνική πρόνοια για να προνοήσει. Λες και υπήρχε μια συμφωνία, ανείπωτη. Ούτε και σε κείνες έλειπαν οι γονείς. Λες και δεν υπήρξαν ποτέ. Ο κόσμος τις αντιμετώπιζε σαν τις Τζέι, Τζόι και Τζάι. Απλά.
Εκείνο το πρωινό, η Παναγιά τους ήρθε και τις βρήκε ενώ ψώνιζαν στο μπακάλικο της κυρίας Μαρίνας, δίπλα στην τράπεζα, στην κεντρική αγορά. Ψωμί, βούτυρο, φακές, λάδι, αλεύρι, σαρδελάκια σε κονσέρβα, χυλοπίτες χωριάτικες, αυγά. Ήταν πολύ χαρούμενες γιατί επιτέλους είχαν βρει μαύρη ζάχαρη για να φτιάξουν μπισκότα σοκολάτας. Σοκολάτα, όμως, δε βρήκαν. Ο προμηθευτής είχε να φέρει σοκολάτα 3 βδομάδες τώρα. Τα τσουλοφοκόριτσα κοιτάχτηκαν, πλήρωσαν, έφυγαν. Στο δρόμο για το σπίτι δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Χαμογελούσαν, όμως.
Στο σπίτι χτύπησαν τη μαύρη ζάχαρη με το λιωμένο βούτυρο, προσθέσανε τα αυγά, λίγο αλάτι, το αλεύρι. Με μια κίνηση που έμοιαζε με ιεροτελεστία, άρχισαν να κόβουν τη σοκολάτα σε κομματάκια. Την έκοψαν όλη. Προσέθεσαν τα κομματάκια στη ζύμη και με κινήσεις προσεκτικές άρχισαν να αραδιάζουν με ένα κουταλάκι κομματάκια ζύμης στο ταψί του φούρνου. Ό, τι περίσσεψε το άδειασαν σε ένα δεύτερο ταψί για να φτιάξουν ένα μεγάλο μπισκότο σοκολάτας. Έφτιαξαν τσάι βανίλια και κάθισαν στο καθιστικό, μπροστά στην τηλεόραση να δουν τη Μελωδία της Ευτυχίας, ενώ περίμεναν να ψηθούν τα μπισκότα.
Στο σημείο που οι κουρτίνες γίνονται ρούχα για τα παιδιά, ένιωσαν μια γλυκιά σοκολατένια θαλπωρή να τις τυλίγει, ένιωσαν σοκολατένια γεύση στην άκρη της γλώσσας τους, άκουσαν τη σοκολάτα να λιώνει μέσα στη μπισκοτοζύμη. Σαν υπνωτισμένες και οι τρεις κατευθύνθηκαν προς την κουζίνα. Τα μπισκότα ψήνονταν κανονικά, αλλά η σοκολάτα είχε ξεχειλίσει από το φούρνο και τώρα έτρεχε αργά στο πάτωμα της κουζίνας. Κι έπαιρνε μορφές. Εικόνες από τη ζωή τους, εικόνες από το παρελθόν. Το μεγάλο μπισκότα φούσκωσε. Τόσο που έσπασε την πόρτα του φούρνου. Η καυτή ζύμη έγινε ένα με τη ρευστή σοκολάτα, κι εκείνη με τη σειρά της με τις μορφές, με τη ζωή τους. Γέλαγαν σα χαζές. Ευτυχισμένες. Η ζύμη φούσκωνε, η σοκολάτα ακολουθούσε. Άνοιξαν την πόρτα και βγήκαν στον κήπο. Η ζύμη από πίσω, η σοκολάτα έτρεχε. Ο κήπος έγινε σοκολατένιος, δημιουργήθηκε ρυάκι, κάτι σαν ποτάμι, δεν καταλάβαιναν το μέγεθος. Το ακολούθησαν και τις πήγε έξω από την πόλη. Χύθηκε στη θάλασσα, έκανε σοκολατένια τη θάλασσα. Και βούτηξαν. Και πνίγηκαν. Στη σοκολάτα.
Την άλλη μέρα όλη η πόλη μύριζε βανίλια και σοκολάτα. Η κυρία Μαρίνα ακολούθησε το ένστικτό της, τη μυρωδιά. Και την οδήγησε στο σπίτι τους. Χτύπησε, δεν πήρε απάντηση. Άνοιξε διστακτικά την πόρτα, προχώρησε στο καθιστικό. Στην τηλεόραση έπαιζε η Μελωδία της Ευτυχίας. Στο τραπεζάκι 3 κούπες με τσάι. Κρύο. Τράβηξε την κουρτίνα και μπήκε στην κουζίνα. Μια μεγάλη πιατέλα με ζεστά μπισκότα σοκολάτας. Δίπλα, μια πλάκα σοκολάτας. Χαμογέλασε και την έβαλε στην τσέπη της ρόμπας της. Την πήρε για να τη δώσει στις 3 κόρες της, τη Σούζι, τη Σάζι και τη Σέζι.

10 Comments:

Blogger Pink Revolution said...

Λατρεύω τα παραμύθια σου κοριτσάκι. Μακάρι να ξεκίναγε κάθε μέρα με ένα παραμύθι.

XXXXX

2:06 μ.μ.

 
Blogger bigggerbro said...

Εεεεεε, ναι! Η Τσούζι;

6:31 μ.μ.

 
Blogger divine mitsakos said...

ti wraio!!!
(ti pairneis kai de mas dineis, e?)

8:40 μ.μ.

 
Blogger mmg said...

teleio!!!!na to diavazoume stis kores mas(piza,pizo,pizi)otan de pizoume & an den tis fane oi filoi mas :))))))

8:52 μ.μ.

 
Blogger bigggerbro said...

Αν είναι χωρίς μανιτάρια, ΜΠΟΥΡΛΟΤΟ! (μετά την ποσότητα του λαπά που έφαγα...)

9:12 μ.μ.

 
Blogger bigggerbro said...

Πώς σβήνει το γαμωσχόλιο; Δεν έχω τέτοιο δικαίωμα εγώ μάλλον ε;

2:29 π.μ.

 
Blogger Afrikanos74 said...

Ο Τσάρλι και το Εργοστάσιο της Σοκολάτας!
:-)))

Πολύ όμορφο, κοριτσάκι!

11:34 π.μ.

 
Blogger divine mitsakos said...

exeis dikaiwma, apla patas to eikonidio toy kadoy :)
alla afoy den einai ybristiko den peirazei kai toso kata ti gnwmi moy...
it's up to you :)

4:19 μ.μ.

 
Blogger bigggerbro said...

Σόρυ, αλλά δεν μπορούσα να το βλέπω...

3:11 π.μ.

 
Blogger unapatatras said...

πολύ ωραίο ρε!
εντυπωσιάστηκα!
έχεις κι άλλες τέτοιες εμπνεύσεις και μας τις κρύβεις;

4:32 μ.μ.

 

Δημοσίευση σχολίου

Links to this post:

Δημιουργία Συνδέσμου

<< Home